Showing posts with label books. Show all posts
Showing posts with label books. Show all posts

Monday, October 15, 2007

Βαλσαμο.

Τα φύλλα αυτού του φυτού είναι φωτεινά κίτρινα-πορτοκαλί. Τα πέταλα, συνήθως κίτρινα. Όταν γυρίσουν προς το φως, αποκαλύπτουν ημιδιαφανείς στιγμές που δίνουν την εντύπωση πως είναι διάτρητες. Οι κουκίδες αυτές δεν είναι όμως τρύπες, αλλά έγχρωμα αιθέρια έλαια και ρητίνες. Αν τρίψει κανείς τις μαύρες αυτές κουκίδες που έχουν τα 5 πέταλα με τα δάχτυλά του, αυτά θα γίνουν κόκκινα. Για πολλούς φυτοθεραπευτές, αυτές οι μαύρες-κόκκινες κουκίδες περιέχουν μερικά από τα πιο πολύτιμα και αποτελεσματικά φυτικά συστατικά. Οι στήμονες του φυτού έχουν ιδιαίτερη μορφή, με στερεό κυλινδρικό στέλεχος, με δύο γραμμές που εξέχουν κατά μήκος. Αυτές οι γραμμές κάνουν τον στήμονα να μοιάζει επίπεδος, πράγμα εντελώς ασυνήθιστο στον κόσμο των φυτών.

Περιέχει: υπερικίνη και ψευδο-υπερικίνη, φλαβονοειδή (16% στα φύλλα), ξανθόνες, φαινολικά οξέα, αιθέρια έλαια (0,13% σε ολόκληρο το φυτό).

Το υπερικό ή βαλσαμόχορτο απασχόλησε τη θεραπευτική από την αρχαιότητα, Ο Γαληνός και ο Διοσκουρίδης το αναφέρουν σαν διουρητικό, επουλωτικό, εμμηναγωγό, αιμοστατικό. Στην αρχαιότητα το χρησιμοποιούσαν σαν επουλωτικό στις πληγές που γινόντουσαν απο τα σπαθιά (σπαθόχορτο).

Στις ΗΠΑ, μετά από ένα πρόγραμμα του ABC News τον Ιούνιο του 1997, το υπερικό έγινε το πιο δημοφιλές φυτό, το εναλλακτικό «prozaκ», (Ladose), για την ήπια και μέτρια κατάθλιψη. Χρησιμοποιείται επίσης σαν αντισπασμωδικό και βελτιωτικό της ποιότητας του ύπνου σε αϋπνίες. Ήδη, το 1994 στη Γερμανία, συνταγογραφήθηκαν συνταγές για 20 εκατ. ασθενείς! Μόνο στην Μοντάνα των ΗΠΑ καλλιεργούνται σήμερα 500.000 στρέμματα φυτού.

Εξωτερικά χρησιμοποιείται αφού εκγχυλισθεί το φρέσκο φυτό σε ελαιόλαδο για πολλές ημέρες (40 με 50 μέρες) σαν άριστο επουλωτικό σε πληγές και εγκαύματα πρώτου βαθμού.

Εσωτερική χρήση:

Σαν τσάι συνήθως ένα κουταλάκι του γλυκού ξερά τριμμένα φύλλα και άνθη σε μία κούπα καυτό νερό, που την σκεπάζουμε και την αφήμουμε σκεπασμένη για 10 με 15 λεπτά, για περάσουν όλα τα συστατικό του φυτού στο νερό, από μία μέχρι τρείς φορές την ημέρα, κατόπιν συμβουλής γιατρού, φαρμακοποιού ή ειδικού.

Σε κάψουλες ή χάπια: Κατόπιν συμβουλής γιατρού ή φαρμακοποιού.

Σε αλκολούχο βάμμα: Κατόπιν συμβουλής γιατρού ή φαρμακοποιού.

Προφυλάξεις: Το υπερικό μπορεί να επηρεάσει το ήπαρ προκαλώντας ευαισθησία στο φως. Σε ορισμένα δέρματα μπορεί να προκαλέσει αντίδραση φωτοευαισθησίας και φωτοδερματίτιδα, που εκδηλώνεται με δερματικούς ερεθισμούς, περιλαμβανομένου του στόματος, της μύτης και των αυτιών. Δεν πρέπει μετά τη χρήση του να ακολουθεί έκθεση στο φως. Τα σκουρόχρωμα δέρματα δεν προσβάλλονται. Σε πειραματόζωα επηρεάζει τη θερμορύθμιση. Πάντως, τα περιστατικά φωτοευαισθησίας και παρενεργειών που έχουν καταγραφεί είναι σπάνια και αφορούν ορισμένες περιπτώσεις πολύ υψηλών ημερήσιων δόσεων.

Σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες το υπερικό μπορεί να επηρεάσει το μεταβολισμό ορισμένων ενζύμων, κατά συνέπεια χρειάζεται προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα. Όσοι χρησιμοποιούν Hypericum θα πρέπει να το σταματήσουν, αν λαμβάνουν φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν τις εξής δραστικές ουσίες: ινδιναβίρη (crivixan), κυκλοσπορίνη (ciclosporin), θεοφυλλίνη (choledyl, theo-dur, uniphyllin, aberten), διγιτοξίνη (digoxin, lanoxin), panwarfin, και αντισυλληπτικά. Επίσης επειδή το Ηypericum επηρεάζει νευροδιαβιβαστές, μπορεί να αλληλεπιδρά με διάφορα ψυχότροπα φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων άλλων αντικαταθλιπτικών.

Monday, September 10, 2007

Τα λογια αυτα.

Τα λόγια αυτά βγήκαν από το στόμα( ενός μαυροφορεμένου αγρότη με πολλή πούδρα στη μάπα του. Αυτή ήταν τουλάχιστον η πρώτη μου εντύπωση. Αμέσως μετά σκέφτηκα ότι πρέπει να φόραγε καλό μέικ-απ γιατί δεν είχε ξεβάψει με τη βροχή. Max Factor ίσως.

Ήταν σχετικά κοντός, πιο κοντός από μένα. Φόραγε ένα μαύρο μακρύ ριχτό – σαν τη Μενεγάκη όταν ήταν έγκυος. Μόνο που η Ελενίτσα δεν φόραγε τη μαύρη κουκούλα που είχε αυτός ο τύπος και που κάλυπτε όλη του την κόμμωση. Προφανώς ήταν άλουστος.

Η φάτσα του ήταν πραγματικά ένα έργο τέχνης. Κάτασπρη σαν το γιαούρτι που μου πάσαρε ο φούρναρης («Είστε complet; με ρώτησαν? του είπα «Ναι,» αλλά το πήρα) και μακρόστενη. Μαύρο κενό στη θέση των ματιών αλλά και στα ρουθούνια. Και πάνω απ' όλα στο στόμα, το οποίο ήταν ένα τεράστιο στραβό άνοιγμα, σαν να χασμουριόταν αγελάδα. Η φάση ήταν πως δεν φαινόταν να υπάρχει τίποτα παραμέσα, ούτε καν ύφασμα. Το άλλο περίεργο ήταν πως δεν είχε φρύδια, γεγονός στο οποίο δεν ήμουν συνηθισμένος. Μια παλιά μου γκόμενα, η Δωροθέα, έλεγε ότι βγάζει τα φρύδια της κάθε φορά που την έπαιρνα τηλέφωνο, αλλά όταν την έβλεπα τα είχε ακόμα. Τελικά, με παράτησε ή με κεράτωσε – μπορεί και τα δύο, δε θυμάμαι.

Το κορυφαίο με τον τυπά ήταν πως κράταγε ένα ματσούκι, από αυτά που κόβουν τα στάχυα το χειμώνα στα χωράφια. Δεν είχα δει ποτέ τέτοιο πράγμα από κοντά. Μόνο σε κάτι παιχνίδια στον υπολογιστή που σου το έβγαζε όταν σου τελείωναν οι σφαίρες για τα άλλα όπλα.

«Θα μου πεις να περάσω ή θα την βγάλουμε στο μπαλκόνι; Άντε και πονάει το πλευρό μου, μ' αυτήν τη ρημάδα την υδρορροή που έχετε,» μου είπε και παρατήρησα πως η φωνή του ήταν πολύ βραχνή και μπάσα.

«Δεν έχω αντίρρηση να περάσεις, αλλά με ποιο δικαίωμα προσβάλλεις την υδρορροή;» του απάντησα, για να μη νομίζει ότι θα με καβαλήσει.

«Ε, τι να σου πω; Αφού ίσα ίσα μ' άντεξε να σκαρφαλώσω.»

«Κάτσε, ρε φίλε. Ανέβηκες από την υδρορροή και σ' άντεξε;»

«Όχι ακριβώς,» μου απάντησε με ένα απολογητικό τόνο στη φωνή του.

Τον προσπέρασα και βγήκα στο μπαλκόνι για να δω αυτό που φοβόμουν. Η υδρορροή από τον τρίτο όροφο και πάνω είχε λυγίσει και είχε πέσει προς τα κάτω, δημιουργώντας περίεργους σχηματισμούς. Ο τρίτος όροφος είναι αυτός πάνω από τον δεύτερο και κάτω από τον τέταρτο. Εκεί έμενε η οικογένεια Καρβούνη, πολύ καλοί άνθρωποι. Είχαν κι ένα αγοράκι, ένα αγγελούδι που το έλεγαν Κωστάκη.

«Κλείσε την πόρτα κι έχει ψόφο έξω,» μου φώναξε ο καλοβαμμένος αγρότης με τα μαύρα.

Τότε συνειδητοποίησα πως πράγματι είχε κρύο και προτίμησα να μπω μέσα που έκανε ζέστη («μέσα θα κάνει Fujitsu», μου είπαν και τους είπα εντάξει). Έκλεισα την πόρτα και έβαλα στη θέση τους τις κουρτίνες. Γύρισα και είδα τον άντρα να έχει κάτσει στο κρεβάτι μου και να έχει γείρει προς τα πίσω.

«Περίμενε δυο λεπτά να σου φέρω κάτι,» του είπα και πετάχτηκα στην κουζίνα. Θυμόμουν πως είχα πάρει κάτι παυσίπονα πριν λίγες μέρες. Τα βρήκα κάτω από μια χαρτοσακούλα των Goody's («Γρήγορα ναι, πρόχειρα όχι», μου είπαν και αμέσως έκανα την παραγγελία μου). Έβαλα νερό από τη βρύση και έριξα ένα από τα χάπια μέσα. Ξαναγύρισα στο δωμάτιό μου όπου ο μαυροφόρος είχε καθίσει πιο άνετα και χάζευε το χώρο.

«Ορίστε,» είπα καθώς του έδινα το ποτήρι.

«Ευχαριστώ. Αν και ήδη νιώθω καλύτερα,» μου απάντησε. «Σιγά σιγά, ξεκίνα να μαζεύεις για να φύγουμε.»

«Να φύγουμε;! Πού να πάμε;», του πέταξα απορημένος.

«Δεν κατάλαβες;» με ρώτησε με ύφος πονηρό.

«Συγγνώμη, αλλά το αστείο παρατράβηξε. Σπας την υδρορροή της πολυκατοικίας, σε βάζω στο σπίτι μου, σου δίνω και παυσίπονο, κι εσύ συνεχίζεις να με δουλεύεις;»

«Δε σε δουλεύω καθόλου. Είσαι ο Γιάννης Γεωργόπουλος και μένεις Αριστείδου 32 στον 5ο όροφο, έτσι δεν είναι;»

«Σωστά όλ' αυτά, αλλά το κόλλημά σου ποιό είναι; Εσύ ποιός είσαι στην τελική;» τον ρώτησα απειλητικά γιατί είχα αρχίσει να τα παίρνω.

«Ο Χάρος είμαι και ήρθα να σε πάρω,» μου αποκρίθηκε φυσικότατα, λες και μου έλεγε ότι είναι ο κύριος Νίκος ο διαχειριστής.

«Ααα, εντάξει τότε… Ο ΧΑΡΟΣ;!!!» Τινάχτηκα από την καρέκλα μου και απομακρύνθηκα από το κρεβάτι. Επιτέλους κατάλαβα τι μου θύμιζε. Αποφάσισα να το παίξω ψύχραιμος, μπας και τον τουμπάρω. Ξανακάθισα στην καρέκλα μου. «Αχά, χαίρομαι που σε γνωρίζω, βρε Χαρούλη – δε νομίζω να σε πειράζει το υποκοριστικό;»

«Μπα, ούτως ή άλλως δε θα τα λέμε για πολύ,» με καθησύχασε (ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε).

«Είσαι σίγουρα ο Χάρος;» τον ρώτησα, με μια κρυφή ελπίδα ότι όπου να' ναι θα πεταχτεί από μια γωνιά ο Φερεντίνος.

«Ρε Γιάννη, βλέπεις τα μαύρα ρούχα και το άσπρο πρόσωπο;»

«Τα βλέπω.»

«Είναι Απόκριες;»

«Δεν είναι.»

«Άρα…»

«Ok, σιγουρεύτηκα. Αλλά δεν είναι δυνατόν να ήρθες για μένα. Είμαι σε τρομερά καλή κατάσταση. Ούτε αρρώστιες, ούτε τίποτα,» του εξήγησα, παίρνοντας ένα πειστικό ύφος.

«Sorry αλλά δεν κάνουμε λάθη, απ' όσο μου έχουν πει τουλάχιστον. Ωραίο δωμάτιο πάντως. Ειδικά αυτή η αφίσα από τον Πόλεμο των Άστρων.»

«Ναι, πράγματι. Άσχετα με τι λένε, σαν την πρώτη τριλογία δεν ήταν τίποτα.» Συνειδητοποίησα για άλλη μια φορά την σοβαρότητα της κατάστασης. «Δε θέλω να φύγω,» του είπα με σιγουριά.

«Έλα ρε φίλε τώρα, ήδη έχω σπάσει κάνα-δυο πλευρά στην υδρορροή, μη μου το κάνεις αυτό πρώτη μέρα στη δουλειά.»

«Τώρα που το έφερε η κουβέντα, τι σκατά έκανες στην υδρορροή;»

«Ε, ήμουν από κάτω, είδα τα φώτα και είπα να κάνω μια είσοδο εντυπωσιακή, να έχει… ξέρεις … κάτι,» εξήγησε χτυπώντας τον αντίχειρα στον μέσο του δεξιού του χεριού. «Μετά άρχισα να σκαρφαλώνω, μια βλαμμένη στον δεύτερο μου πέταξε μια λεκάνη με νερό, ένα παιδάκι στον τρίτο μου πέταξε το ποδήλατο του, και πάνω που έφτασα στον πέμπτο έσπασε η υδρορροή. Έκανα ένα σάλτο αλλά προσγειώθηκα πάνω στα κάγκελα. Με λίγη προσπάθεια τα πέρασα και βρέθηκα στο μπαλκόνι.»

«Τόσο καλά. Εγώ δεν κατάλαβα γιατί να έρθεις από την υδρορροή. Δεν μπορούσες να χτυπήσεις το κουδούνι;» απόρησα.

«Έκανα ό,τι έλεγαν οι οδηγίες. Κοτζάμ Χάρος, θα σου χτύπαγα το κουδούνι; Μήπως ήθελες και σοκολατάκια;»

«Φίλε, άκουσε με, είναι αργά,»τον έκοψα.

«Ωραία, θες να φύγουμε;» μου πρότεινε.

«Να πάμε πού;»

«Ε, δεν ξέρεις τώρα; Στον άλλο κόσμο, στα θυμαράκια, εν τόπω χλοερώ, να πεθάνεις τέλος πάντων.»

Σιγά σιγά έμπαινε στο μυαλό μου η υποψία ότι μιλούσε σοβαρά. Όσο το συνειδητοποιούσα, τόσο περισσότερο τρόμο ένιωθα. Ήταν απίστευτο αλλά συνέβαινε εκείνη τη στιγμή στο σπίτι μου. Έπρεπε να ηρεμήσω και να βρω τρόπο να κερδίσω χρόνο. «Δεν σε πιστεύω, Χαρούλη. Αποκλείεται να είσαι ο Χάρος.»

«Ποιόν περίμενες; Τη Βέφα; Ή τον Μαμαλάκη;»

«Ξέρω γω, ρε παιδί μου. Κάτι σου λείπει, κάτι δεν είναι σωστό.»

«Τι λες τώρα; Απ' όλα έχω. Και μαύρη κάπα, και μαύρα ρούχα, και κάτασπρο πρόσωπο και δρεπάνι.»

«Μπράβο, ρε γαμώτο. Κι έψαχνα να βρω πως το λένε.»

«Τώρα τι πρόβλημα έχεις;» με ρώτησε ανυπόμονα.

«Δε μπορώ. Μου ήρθε ξαφνικό. Δώσε μου λίγο χρόνο. Μια μέρα μόνο. Εικοσιτέσσερις ώρες,» τον παρακάλεσα

«Σ' έχω συμπαθήσει, αλλά δεν μπορώ. Εντολές της διεύθυνσης

«Έλα, Χαρούλη. Αφού είσαι μια χαρά παιδί, φαίνεται. Δεν μπορούμε να βρούμε κάποια λύση;»

«Με τίποτα. Τι θες δηλαδή; Να το παίξουμε στο σκάκι;»

«Παίζεις σκάκι;»

«Εννοείται. Από τα αγαπημένα χόμπι της διεύθυνσης. Όλοι οι μαθητευόμενοι το μαθαίνουν, αν ονειρεύονται καριέρα.»

«Κρίμα, ρε γαμώτο. Δεν ξέρω σκάκι. Τι θα 'λεγες για τάβλι;» του αντιπρότεινα, γιατί ήξερα πως το σκάκι δεν ήταν από τα δυνατά μου σημεία. Για την ακρίβεια, τελευταία φορά που είχα κερδίσει στο σκάκι ήταν στην πενταήμερη, όταν έπαιξα με το Χρήστο το ζαβό. Τότε που είχαμε κάψει το σούπερ-μάρκετ του Βερόπουλου («είναι κεφάτη, γυρίζει απ' του Βερόπουλου», μας είπαν, και δε μας άρεσε). «Έλα τώρα.»

«Τάβλι;» μου είπε με ύφος διστακτικό.

«Ναι, τάβλι,» και πριν προλάβει να το ξανασκεφτεί, έβγαλα το τάβλι που φύλαγα κάτω από το κρεβάτι. Το είχαμε για τις δύσκολες μέρες της Δωροθέας. Άνοιξα το κούμπωμα και άρχισα να στήνω τα πούλια.

«Καλά,» είπε συγκαταβατικά ο Χαρούλης.

Μέσα μου, μια ελπίδα άρχισε να γεννιέται.

Thursday, August 30, 2007

Ταοισμος.

Ο Ταοϊσμός (ονομάζεται ενίοτε και Νταοϊσμός) ως όρος χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει:

Μια φιλοσοφική σχολή βασισμένη στα κείμενα του Τάο Τε Κινγκ (απoδίδονται στον Λάο Τσε και εκφέρονται εναλλακτικά ως Ντάο Ντε Τζινγκ) και του Τζουανγκτζί.

Μια οικογένεια οργανωμένων θρησκευτικών κινημάτων όπως οι σέκτες Ζενγκγί ("Ορθοδοξία") ή Κουαντζέν ("πλήρης πραγματικότητα"), που αντλούν την καταγωγή τους από το Τζανγκ Νταολίνγκ της ύστερης δυναστείας Χαν Han Dynasty;

Την κινεζική λαϊκή θρησκεία.

Ο Κινεζικός χαρακτήρας Τάο ή Ντάο ("Δρόμος").Η λέξη "Ταοϊσμός" χρησιμοποιείται ως μετάφραση των κινεζικών όρων Νταοζιάο ( "διδασκαλίες/θρησκεία του Ντάο") και Νταοζία ("σχολήτου Ντάο").

Ο χαρακτήρας Τάο ? (ή Ντάο, ανάλογα με το σχήμα εκλατινισμού της λέξης που αποκουθεί κανείς σημαίνει "ατραπός" ή "δρόμος", αλλά στην κινεζική θρησκεία και φιλοσοφία έχει προσλάβει περισσότερο αφηρημένα νοήματα. Το σύνθετοΝταοζιάο αναφέρεται στον Νταοϊσμό ως θρησκεία. Το Νταοζία αναφέρεται στην δραστηριότητα των λογίων κατά τη σπουδή τους. Ας σημειωθεί εδώ ότι η συγκεκριμένη διάκριση είναι αφεαυτής αντιφατική και παρουσιάζει δυσκολίες ως προς την ερμηνεία της.

Επικρατεί αρκετή σύγχυση σε ό,τι αφορά στο νόημα του Ταοϊσμού, καθώς ο όρος χρησιμοποιείται συχνά εσφαλμένα για να περιγράψει παρόμοιες φιλοσοφικές σχολές όπως το Ζεν. Σε ορισμένες χώρες και σε διαφορετικά εννοιολογικά πλαίσια (για παράδειγμα, στις "ταοϊστικές" οργανώσεις της Κίνας και της Ταϊβάν), ο όρος εφαρμόζεται στην κινεζική λαϊκή θρησκεία, χάριν αναγνώρισης. Ωστόσο πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι, από εκείνουν που ακολουθούν τις συγκεκριμένες θρησκείες δεν αναγνωρίζουν τον Ταοϊσμό (σε οποιαδήποτε γλώσσα) ως όνομα της θρησκείας του. Επιπλέον, οι αρκετές μορφές αυτού που συνήθως αποκαλείται "ελίτ" ή "οργανωμένος" Ταοϊσμός συνλήθως διακρίνουν τις τελετουργικές δραστηριότητές του από εκείνες της λαϊκής θρησκείας, τις οποίες οι επαγγελματίες Ταοϊστές (Νταοσί) τείνουν να θεωρούν ως υποβαθμισμένες.

Η κινεζική αλχημεία, η κινεζική αστρολογία, η κινεζική κουζίνα, αρκετές κινεζικές πολεμικές τέχνες, η κινεζική παραδοσιακή ιατρική, το φενγκ σούϊ, πολλά στυλ του τζι γκονγκ, παρουσιάζουν κάποια σχέση με τον Ταοϊσμό.

Ανάλογα με τα συμφραζόμενα που αποδίδει κανείς στον Ταοϊσμό, οι ρίζες του είναι δυνατόν να ανιχνευθούν σε:

προϊστορικές κινεζικές θρησκείες

στη σύνθεση του Τάο τε Κινγκ (3ος ή 4ος αιώνας Π.Κ.Ε.)

στη δραστηριότητα του Ζανγκ Νταολίνγκ (2ος αιώνας).

Εναλλακτικά, υφίσταται ο ισχυρισμός πως ο "Ταοϊσμός" ως διακριτή θρησκευτική οντότητα διαμορφώθηκε σε ύστερες περιόδους, ως αντίδραση στην νεοαφιχθείσα θρησκεία του Βουδισμού, ή με την κωδικοποίηση των κειμένων Σανγκτσίνγκ και Λινμπάο, (4ος αιώνας).

Σύμφωνα με άλλες αφηγήσεις ο Λάο Τσε (ο υποτιθέμενος συγγραφέας του Τάο Τε Κινγκ/Ντάο Ντε Τζινγκ) υπήρξε διδάσκαλος τόσο του Βούδδα όσο και του Κομφούκιου. Ο πρώιμος Ταοϊσμός φαίνεται πως σχετίστηκε με αρχαία εικονογραφία, τον μυστικισμό και τη γηγενή προγονολατρεία. Ο παρατηρούμενος συμβολισμός σε κελύφη χελώνας προηγείται χρονικά της πρώιμης κινεζικής καλλιγραφίας και είναι η βάση της γραπτής Κινεζικής σε τέχνεργα που χρονολογούνται προγενέστερα του 1600 Π.Κ.Ε.

Saturday, July 28, 2007

απέναντι σε ποιους

Η χρήση ψευδωνύμου έχει μια αμυντική διάθεση; Αν ναι, απέναντι σε ποιους;

«Αμυδρώς αμυντική απέναντι σε παλιούς συμμαθητές, αδιάφορους συμφοιτητές με τους οποίους δεν ανταλλάσσουμε παρά τυπικές προσφωνήσεις, όπως: "Καλημέρα συνάδελφε", κι η κριτική ή τα σχόλια των οποίων για τα βιβλία μου δεν θα διέφεραν σε τίποτε από το κουτσομπολιό και μόνο ενόχληση θα μου προκαλούσαν. Από εκεί και πέρα, δεν είμαι και κανένα αντικοινωνικό τέρας. Απλώς πιστεύω ότι το λογοτεχνικό βιβλίο, από οποιονδήποτε κι αν έχει γραφτεί, πρέπει να κρίνεται αμιγώς βάσει της αξίας του, κι όχι λαμβάνοντας υπ'όψιν τα στοιχεία του επαγγέλματος, της ηλικίας, ή και του ίδιου του ονόματός του, που μπορεί να συμπαρασύρει λόγω της φήμης ή της ιδιαιτερότητάς του σε μια άδικη -θετική ή αρνητική δεν έχει σημασία- μεταχείριση. Το ιδεώδες θα ήταν όλα τα βιβλία να κυκλοφορούν ανώνυμα, χωρίς εξώφυλλο, ώστε να κρίνονται με μόνο γνώμονα το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν».


Αν τα βιβλία σας δεν είχαν ερωτικό χαρακτήρα θα χρησιμοποιούσατε ψευδώνυμο;

«Ασφαλώς και θα χρησιμοποιούσα, όπως σκοπεύω να κάνω και με τα επόμενα βιβλία μου, που δεν περιστρέφονται γύρω από τον έρωτα τόσο έντονα όσο τα πρώτα τρία. Το ψευδώνυμο είναι τμήμα της στάσης μου απέναντι στη δουλειά του συγγραφέως, όπως τη διασαφήνισα πιο πάνω».


Αληθεύουν όσα λέει για το πρόσωπό σας η εκδότις σας κυρία Μάγδα Κοτζιά (ζείτε στη Θεσσαλονίκη, είστε φοιτητής Ιατρικής, παντρεμένος);

«Η αλήθεια είναι αυτή: είμαι ένας τεταρτοετής (προσεχώς πεμπτοετής) φοιτητής της Ιατρικής, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, που είναι και η ιδιαίτερη πατρίδα μου. Γεννήθηκα το 1979 και παντρεύτηκα το 1998».


Γιατί οι ήρωές σας έχουν γαλλικά ονόματα και οι ιστορίες διαδραματίζονται στο Παρίσι (αν είναι το Παρίσι...);

«Το γεγονός αυτό είναι ταυτόχρονα συμπτωματικό και προσχεδιασμένο. Από τη μια, το είδος της λογοτεχνίας που υπηρετώ, λειτουργεί καλύτερα εφόσον πρώτα αποστασιοποιηθώ κάπως από το αντικείμενό μου, που είναι οι ήρωές μου και τα πάθη τους. Για χάριν αυτής της αποστασιοποίησης, που μου επιτρέπει να τους παρατηρώ και να τους "ανατέμνω" με μεγαλύτερη ακρίβεια, έχω υιοθετήσει το γαλλικό σκηνικό και τα γαλλικά ονόματα. Τα ελληνικά ονόματα κι οι τοποθεσίες της Ελλάδος, αν και μου είναι καθ' όλα προσφιλείς, έχουν εντυπωθεί στη συνείδησή μου όσα χρόνια ζω με ένα ιδιαίτερο χρώμα και μια συγκεκριμένη διάθεση, από την οποία πιθανώς δεν θα μπορούσα να δραπετεύσω ούτε "στο χαρτί". Εκτός αυτού τώρα, για να επανέλθω στο "προσχεδιασμένο" που ανέφερα, η αλήθεια είναι ότι σε ζητήματα λογοτεχνίας είμαι γαλλοτραφής. Εκτιμώ βαθύτατα τους Γάλλους ποιητές, ιδιαίτερα τους ρομαντικούς, και λατρεύω μετά πάθους τη γαλλική πρόζα. Οπότε, όταν ετέθη το ζήτημα της επιλογής ενός ψευδωνύμου δι' εμέ και τους χαρακτήρες των βιβλίων μου, ήταν επόμενο να στραφώ, έστω και σχηματικά, στον κόσμο του Γκυ ντε Μωπασσάν, του Φλωμπέρ και του Προυστ που τόσο αγαπώ. Κι εκτός αυτού λατρεύω το Παρίσι».

Συνέντευξη στη Λώρη Κέζα.

αδιάφορους συμφοιτητές

Η χρήση ψευδωνύμου έχει μια αμυντική διάθεση; Αν ναι, απέναντι σε ποιους;

«Αμυδρώς αμυντική απέναντι σε παλιούς συμμαθητές, αδιάφορους συμφοιτητές με τους οποίους δεν ανταλλάσσουμε παρά τυπικές προσφωνήσεις, όπως: "Καλημέρα συνάδελφε", κι η κριτική ή τα σχόλια των οποίων για τα βιβλία μου δεν θα διέφεραν σε τίποτε από το κουτσομπολιό και μόνο ενόχληση θα μου προκαλούσαν. Από εκεί και πέρα, δεν είμαι και κανένα αντικοινωνικό τέρας. Απλώς πιστεύω ότι το λογοτεχνικό βιβλίο, από οποιονδήποτε κι αν έχει γραφτεί, πρέπει να κρίνεται αμιγώς βάσει της αξίας του, κι όχι λαμβάνοντας υπ'όψιν τα στοιχεία του επαγγέλματος, της ηλικίας, ή και του ίδιου του ονόματός του, που μπορεί να συμπαρασύρει λόγω της φήμης ή της ιδιαιτερότητάς του σε μια άδικη -θετική ή αρνητική δεν έχει σημασία- μεταχείριση. Το ιδεώδες θα ήταν όλα τα βιβλία να κυκλοφορούν ανώνυμα, χωρίς εξώφυλλο, ώστε να κρίνονται με μόνο γνώμονα το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν».


Αν τα βιβλία σας δεν είχαν ερωτικό χαρακτήρα θα χρησιμοποιούσατε ψευδώνυμο;

«Ασφαλώς και θα χρησιμοποιούσα, όπως σκοπεύω να κάνω και με τα επόμενα βιβλία μου, που δεν περιστρέφονται γύρω από τον έρωτα τόσο έντονα όσο τα πρώτα τρία. Το ψευδώνυμο είναι τμήμα της στάσης μου απέναντι στη δουλειά του συγγραφέως, όπως τη διασαφήνισα πιο πάνω».


Αληθεύουν όσα λέει για το πρόσωπό σας η εκδότις σας κυρία Μάγδα Κοτζιά (ζείτε στη Θεσσαλονίκη, είστε φοιτητής Ιατρικής, παντρεμένος);

«Η αλήθεια είναι αυτή: είμαι ένας τεταρτοετής (προσεχώς πεμπτοετής) φοιτητής της Ιατρικής, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, που είναι και η ιδιαίτερη πατρίδα μου. Γεννήθηκα το 1979 και παντρεύτηκα το 1998».

Technorati Profile

αμυντική διάθεση

"Υπάρχει ομορφιά και στα πιο άσχημα πράγματα, όπως και ασχήμια στα πιο όμορφα"


Η χρήση ψευδωνύμου έχει μια αμυντική διάθεση; Αν ναι, απέναντι σε ποιους;

«Αμυδρώς αμυντική απέναντι σε παλιούς συμμαθητές, αδιάφορους συμφοιτητές με τους οποίους δεν ανταλλάσσουμε παρά τυπικές προσφωνήσεις, όπως: "Καλημέρα συνάδελφε", κι η κριτική ή τα σχόλια των οποίων για τα βιβλία μου δεν θα διέφεραν σε τίποτε από το κουτσομπολιό και μόνο ενόχληση θα μου προκαλούσαν. Από εκεί και πέρα, δεν είμαι και κανένα αντικοινωνικό τέρας. Απλώς πιστεύω ότι το λογοτεχνικό βιβλίο, από οποιονδήποτε κι αν έχει γραφτεί, πρέπει να κρίνεται αμιγώς βάσει της αξίας του, κι όχι λαμβάνοντας υπ'όψιν τα στοιχεία του επαγγέλματος, της ηλικίας, ή και του ίδιου του ονόματός του, που μπορεί να συμπαρασύρει λόγω της φήμης ή της ιδιαιτερότητάς του σε μια άδικη -θετική ή αρνητική δεν έχει σημασία- μεταχείριση. Το ιδεώδες θα ήταν όλα τα βιβλία να κυκλοφορούν ανώνυμα, χωρίς εξώφυλλο, ώστε να κρίνονται με μόνο γνώμονα το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν».

Συνέντευξη στη Λώρη Κέζα.

ψευδώνυμο

Αν τα βιβλία σας δεν είχαν ερωτικό χαρακτήρα θα χρησιμοποιούσατε ψευδώνυμο;

«Ασφαλώς και θα χρησιμοποιούσα, όπως σκοπεύω να κάνω και με τα επόμενα βιβλία μου, που δεν περιστρέφονται γύρω από τον έρωτα τόσο έντονα όσο τα πρώτα τρία. Το ψευδώνυμο είναι τμήμα της στάσης μου απέναντι στη δουλειά του συγγραφέως, όπως τη διασαφήνισα πιο πάνω».

Η αλήθεια

Αληθεύουν όσα λέει για το πρόσωπό σας η εκδότις σας κυρία Μάγδα Κοτζιά (ζείτε στη Θεσσαλονίκη, είστε φοιτητής Ιατρικής, παντρεμένος);

«Η αλήθεια είναι αυτή: είμαι ένας τεταρτοετής (προσεχώς πεμπτοετής) φοιτητής της Ιατρικής, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, που είναι και η ιδιαίτερη πατρίδα μου. Γεννήθηκα το 1979 και παντρεύτηκα το 1998».

Παρίσι

Γιατί οι ήρωές σας έχουν γαλλικά ονόματα και οι ιστορίες διαδραματίζονται στο Παρίσι (αν είναι το Παρίσι...);

«Το γεγονός αυτό είναι ταυτόχρονα συμπτωματικό και προσχεδιασμένο. Από τη μια, το είδος της λογοτεχνίας που υπηρετώ, λειτουργεί καλύτερα εφόσον πρώτα αποστασιοποιηθώ κάπως από το αντικείμενό μου, που είναι οι ήρωές μου και τα πάθη τους. Για χάριν αυτής της αποστασιοποίησης, που μου επιτρέπει να τους παρατηρώ και να τους "ανατέμνω" με μεγαλύτερη ακρίβεια, έχω υιοθετήσει το γαλλικό σκηνικό και τα γαλλικά ονόματα. Τα ελληνικά ονόματα κι οι τοποθεσίες της Ελλάδος, αν και μου είναι καθ' όλα προσφιλείς, έχουν εντυπωθεί στη συνείδησή μου όσα χρόνια ζω με ένα ιδιαίτερο χρώμα και μια συγκεκριμένη διάθεση, από την οποία πιθανώς δεν θα μπορούσα να δραπετεύσω ούτε "στο χαρτί". Εκτός αυτού τώρα, για να επανέλθω στο "προσχεδιασμένο" που ανέφερα, η αλήθεια είναι ότι σε ζητήματα λογοτεχνίας είμαι γαλλοτραφής. Εκτιμώ βαθύτατα τους Γάλλους ποιητές, ιδιαίτερα τους ρομαντικούς, και λατρεύω μετά πάθους τη γαλλική πρόζα. Οπότε, όταν ετέθη το ζήτημα της επιλογής ενός ψευδωνύμου δι' εμέ και τους χαρακτήρες των βιβλίων μου, ήταν επόμενο να στραφώ, έστω και σχηματικά, στον κόσμο του Γκυ ντε Μωπασσάν, του Φλωμπέρ και του Προυστ που τόσο αγαπώ. Κι εκτός αυτού λατρεύω το Παρίσι».

Τον Ιανουάριο

Ποιο είναι το αινιγματικό άτομο που υπογράφει τα επίμετρα των βιβλίων σας ως V.S.K.;

«Είναι μια πολύ καλή και στενή μου φίλη, φοιτήτρια Φιλοσοφικής σε πανεπιστήμιο της αλλοδαπής».


Πότε αρχίσατε να γράφετε;

«Τον Ιανουάριο του 1998, λίγο μετά τον γάμο μου. Όχι, μη φαντασθείτε -παίρνοντας αφορμή από τα "Βίτσια"- ότι ο έγγαμος βίος τροφοδότησε το ασυνείδητό μου με τέτοιες εικόνες ή σκέψεις. Όλα ξεκίνησαν από μια παρότρυνση της συζύγου μου, να της αφηγηθώ μιαν ιστορία στο κρεβάτι, καθώς επίστευε πως διαθέτω μεγάλη φαντασία. Καθώς αποδείχτηκε μάλλον είχε δίκιο. Πάντως από δική της πίεση αρχίνησα να γράφω και με δική της ενθάρρυνση συνεχίζω».

συναισθήματα

Κατά πόσο η λογοτεχνία πρέπει να βασίζεται στις πραγματικές εμπειρίες του συγγραφέα;

«Είναι αναπόφευκτο, ως ένα σημείο, να αρδεύει κανείς συναισθήματα ή και ολοκληρωμένες εμπειρίες από τη ζωή του, όταν φτιάχνει ένα λογοτεχνικό κείμενο. Κατ' αυτή την έννοια δεν θα έπρεπε να υπάρχουν και αυτοβιογραφίες, αφού κάθε βιβλίο ενός συγγραφέα είναι μια μακιγιαρισμένη -πολλές φορές ελαφρότατα μακιγιαρισμένη- αυτοβιογραφία του ως εκείνη τη στιγμή. Ασφαλώς κανείς προσθέτει, φαντάζεται, επινοεί και αυτοσχεδιάζει καθ' οδόν. Αλίμονο αν τα σπέρματα της ζωής, που τόσο αδύναμα μοιάζουν μέσα στις αναμνήσεις μας, ήταν εξ ολοκλήρου το υλικό ενός βιβλίου. Μάλιστα πιστεύω ότι τα πράγματα βαίνουν καλύτερα, όταν η αναλογία είναι εις βάρος της αληθινής ζωής, όταν δηλαδή η ζωή του συγγραφέα κυριαρχείται από το γράψιμο και όχι από τις εμπειρίες, όπως λόγου χάρη στις περιπτώσεις του Σαντ και του Προυστ, που θαυμάζω εξίσου. Εγώ όταν γράφω φτάνω να απομονώνομαι τόσο, ώστε ακόμη και στον χώρο της έτερης δουλειάς μου να είμαι κατ' ουσίαν αυτιστικός, χωρίς να δίνω καμία σημασία σε όσα εκτυλλίσσονται γύρω μου. Γι' αυτό και με εκφράζει ένα σκιτσάκι του μεγάλου Αλτάν, που δείχνει έναν συγγραφέα καθισμένο μπροστά στη γραφομηχανή του, να λέει: "Για να γράφεις, πρέπει και να ζεις κάπου-κάπου. Τί σπαστικό χάσιμο χρόνου!"».

νεκροτομή

Υπάρχει ομορφιά σε μια νεκροτομή;

«Υπάρχει ομορφιά και στα πιο άσχημα πράγματα, όπως και ασχήμια στα πιο όμορφα. Πάρτε για παράδειγμα μια κοπέλα σαν την Ελίζ του "Τετραγώνου", μονάχα σκεφθείτε την ηλίθια. Τί πιο άσχημο θα μπορούσε να υπάρξει; Από εκεί και πέρα, για να μην θεωρηθώ ως διεστραμμένος με νεκροφιλικές κλίσεις, θα ήθελα να αναφέρω ότι έχω ασχοληθεί επισταμένως με τις νεκροτομές μέσα από τα έτη της φοίτησής μου στην Ιατρική, καθώς κι από το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που έχω για τον κλάδο της Ιατροδικαστικής, κι έτσι μπορώ να αναφέρω με ειλικρίνεια τα εξής: Η νεκροτομή είναι μια ιατρική πράξη, απαραίτητη μεν στο λειτούργημα του ιατροδικαστού, αλλά μολαταύτα σιχαμένη, αιματηρή και βρωμερή όσο λίγα πράγματα στον κόσμο. Ωστόσο, αν ο ιατροδικαστής και νεκροτόμος είναι κάποιος σαν τον Μπερνάρ και το κοινό περιορίζεται σε μια κοπέλα σαν την Ελίζ, σας διαβεβαιώ ότι μπορεί να γίνει πολύ γοητευτική».

Χαμένο Χρόνο

Ανήκετε στην κατηγορία των συγγραφέων που διαβάζουν πολύ;

«Μετά τον "Χαμένο Χρόνο" του Προυστ, που μου πήρε έναν ολόκληρο χρόνο εντατικού διαβάσματος, έκανα παύση ενός ακόμη χρόνου. Άλλωστε η ιατρική δεν μου αφήνει και πολύ ελεύθερο χρόνο, ούτε και το γράψιμο, ούτε κι η φυσική τεμπελιά. Ωστόσο εξακολουθώ να διαβάζω σχεδόν ένα με δύο βιβλία το μήνα, όχι πολύ μεγάλα, καθώς και πολλή ποίηση. Λατρεύω την ποίηση -τον Μπωντλαίρ, τον Έλιοτ, τον Καρυωτάκη και τον Εμπειρίκο (τα λέω όπως μου έρχονται), καθώς επίσης την Έμιλυ Ντίκινσον και τη Συλβια Πλαθ. Επίσης διαβάζω κι όσα θεωρητικά βιβλία μού πασάρει η γυναίκα μου. Πρόσφατα, με δική της παρότρυνση, ξαναδιάβασα το "Δεύτερο Φύλο", κι ομολογώ ότι ένιωσα άλλος άνθρωπος. Επίσης πρόσφατα τελείωσα και το "Είτε-Ή" του Κίρκεγκωρ, κι αισθάνθηκα πάλι άλλος άνθρωπος, όμως αυτή τη φορά επειδή δεν κατάλαβα τίποτε».